Eξελέγη σήμερα πανηγυρικά ο Άγγελος Δεληβορριάς τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα Αρχαιολογίας-Μουσειολογίας. Ο πρώην διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έλαβε 23 ψήφους έναντι 13 της συνυποψηφίας του καθηγήτριας Μουσειολογίας Αναστασίας Σαλή.

Ο Άγγελος Δεληβορριάς έχει μελετήσει τα αττικά αετωματικά γλυπτά και τη ζωφόρο του Παρθενώνα, έχει διενεργήσει πολλές ανασκαφές με πιο γνωστή την τελευταία στο Ιερό του Αμυκλαίου Απόλλωνα στις Αμύκλες Λακωνίας και παράλληλα είναι ο μοναδικός που πήρε στα χέρια του ένα μουσείο, το Μπενάκη, και παρέδωσε έντεκα παραρτήματα που λειτουργούν αυτόνομα.

 

Γεννήθηκε το 1937, σπούδασε αρχαιολογία-ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Freiburg. Το 1965 διορίστηκε, έπειτα από διαγωνισμό, στην Αρχαιολογική Υπηρεσία από την οποία παραιτήθηκε το 1969. Κατά το διάστημα 1969-1972 συνέχισε τις σπουδές αρχαιολογίας στο Tübingen με υποτροφία Alexander von Humboldt, το 1972 έλαβε το δίπλωμα του διδάκτορος με βαθμό Magna cum laude και κατά το διάστημα 1972-1973 έκανε μεταδιδακτορικές σπουδές στο Παρίσι στη Σορβόνη και στην École Pratique des Hautes Études.

 

Ως μέλος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας υπηρέτησε στην Κεντρική Υπηρεσία, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Αττικής, στην Πάτρα και στη Σπάρτη. Το 1973 έγινε διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη από το οποίο αποχώρησε το 2014. Το 1992 εξελέγη καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και κατά το διάστημα 1998-2003 διετέλεσε διευθυντής Προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών στο ίδιο Τμήμα. Το 2005 αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο ως ομότιμος.

 

Έχει παραμείνει για μελέτη και επιστημονική ενημέρωση, κατόπιν προσκλήσεως ή με ειδική υποτροφία, στο Λονδίνο, το Μόναχο, το Βερολίνο, τις Ηνωμένες Πολιτείες (Princeton, Malibu, Paul Getty, Νέα Υόρκη), και είναι μέλος επιστημονικών Εταιρειών και Σωματείων, είναι αντεπιστέλλον μέλος της Accademia Nationale dei Lincei, μέλος της Αcademia Scientiarum et Artium Europae ως και της Academia Europaea. Έχει λάβει ελληνικά και ξένα παράσημα και το αργυρό μετάλλιο της Ακαδημίας και είναι επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίου Αιγαίου, του Δημοκριτείου Θράκης και του Αριστοτελείου Θεσσαλονίκης.

 

apoxwrei o a deliborias apo to mouseio mpenaki.w hr

 

Έχει μετάσχει σε ανασκαφές και έρευνες στη Θράκη υπό τον Γ. Μπακαλάκη, στην Ακαδημία Πλάτωνος, στο ιερό της Νύμφης νοτίως της Ακροπόλεως, στο ιερό της Αρτέμιδος Βραυρωνίας, στην Αχαΐα και έχει διενεργήσει ο ίδιος πολλές και εκτεταμένες ανασκαφές στη Σπάρτη και τη Λακωνία. Από ετών ερευνά συστηματικώς το ιερό του Αμυκλαίου Απόλλωνος και τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύει σε επιστημονικά περιοδικά.

 

Ως φοιτητής είχε την τύχη να εργαστεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείου υπό τις οδηγίες και τη διεύθυνση των αειμνήστων διευθυντών του Χρήστου και Σέμνης Καρούζου, όπου μυήθηκε στο θέμα της Μουσειολογίας από την πλευρά της Ιστορίας της Αρχαίας Τέχνης.

 

Ο κ. Δεληβορριάς είναι κλασικός αρχαιολόγος που ασχολήθηκε με τη γενική αρχαιολογία ως επιμελητής Αρχαιοτήτων, με την ιστορία της αρχαίας Τέχνης στις μελέτες του, με τη μουσειολογία ως επιμελητής Αρχαιοτήτων του Δημοσίου και ως διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη. Επί πλέον, κατά το παράδειγμα διακεκριμένων μελών της Ακαδημίας, του Χρήστου Καρούζου, του Μανόλη Ανδρόνικου, του Στυλιανού Αλεξίου, μελέτησε και τις νεότερες περιόδους της ελληνικής Τέχνης, της λογοτεχνίας και της ιστορίας και μας έδωσε σημαντικές μελέτες.

 

Από τα έργα του, βιβλία ή μελέτες σε διεθνή περιοδικά, μνημονεύονται τα σημαντικότερα:

Αττικά αετωματικά γλυπτά και ακρωτήρια του 5ου αι. π.Χ. στα γερμανικά.

Ο ναός του Ποσειδώνος στο ακρωτήριο Σούνιο στα γερμανικά, μελέτη με την οποία συμπληρώνει με νέα θραύσματα την παράσταση της ζωφόου του ναού.

Την παράσταση του δυτικού αετώματος του ναού της Αθηνάς Αλέας στην Τρεγέα έχει ως θέμα η γαλλικά γραμμένη μελέτη «Σκοπαδικά Ι».

Μελέτη του υποψηφίου «Η σημασία των γλυπτών του Μουσείου της Σπάρτης και η ανάγκη της εκδόσεως ενός νέου καταλόγου».

 

Στην αριστερή όχθη του Ευρώτα, κοντά στη Σπάρτη, ο κ. Δεληβορριάς ανέλαβε την έρευνα του ιερού του Αμυκλαίου Απόλλωνος που πρώτος έσκαψε, το 1890, ο Χρήστος Τσούντας, διαπρεπές μέλος της Ακαδημίας και ακολούθησαν άλλοι. Η νέα έρευνα έφερε σε φως ακόμη μέλη του περίφημου θρόνου του Απόλλωνος που επέτρεψαν μια ακριβέστερη αναπαράσταση του μνημείου. Μελετήθηκε ακόμη το μυθολογικό, το επιγραφικό μέρος της παλαιάς και νέας ανασκαφής, η κεραμική, τα νομίσματα και διαφωτίστηκε η ιστορία του ιερού από τα αρχαιότατα χρόνια έως την περίοδο της ρωμαιοκρατίας.

 

Εύρημα πραγματικό είναι η στο μουσείο της Σπάρτης ταύτιση κεφαλής αγάλματος με μία κακότεχνη απεικόνισή της στη δημοσίευση της Expédition Scientifique de Morée. Πρόκειται για κεφάλι αγάλματος Διονύσου του δεύτερου μισού του 4ου π.Χ. αιώνα, πιθανώς καθιστού, που με δικαιολογημένη τόλμη, ο Άγγελος Δεληβοριάς αποδίδει στον γνωστό από τον Παυσανία, ναό του Διονύσου Κολωνάτα.

 

3 με μελινα

 

Όπως συνέβη με την σειρά των μελετών του περί της τέχνης του Σκόπα το αυτό έγινε και με τη μελέτη του θέματος Αφροδίτη, στην απεικόνιση της οποίας στα έργα τέχνης έχει αφιερώσει επτά ακόμη μελέτες: «To λατρευτικό άγαλμα της Αφροδίτης από το Δαφνί» γερμανικά, « Η Αφροδίτη της Φραγκφούρτης», γερμανικά , «Το πρότυπο της καθημένης Αφροδίτης-Ολυμπιάδος» γερμανικά, «Εικονογραφικοί συσχετισμοί – με αφορμή πήλινο ειδώλιο της Αφροδίτης», «Μία νέα Αφροδίτη στο βάθρο των λατρευτικών αγαλμάτων του Ηφαιστείου», αγγλικά, «Η θεά της ομορφιάς και του έρωτος στην πλαστική του 5ου αι.» γερμανικά.

 

Ανάμεσα στα έργα του Άγγελου Δεληβορριά που αφορούν τη μεγάλη αρχαία γλυπτική, ξεχωρίζει το εξαιρετικά μεθοδικό και διαφωτιστικό βιβλίο του «Η ζωφόρος του Παρθενώνος».

 

Η μουσειολογία είναι ο τομέας στον οποίο ο κ. Δεληβορριάς αφιέρωσε τις γνώσεις του και την πείρα του επί μακράν σειράν ετών με αποτελέσματα που ξεπερνούν κάθε άλλη μουσειολογική προσπάθεια ή επίτευγμα τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα.

 

Ο Άγγελος Δεληβορριάς είχε την τύχη, πολύ νέος, από φοιτητής έως επιμελητής Αρχαιοτήτων, να εργαστεί κοντά στον Χρήστο Καρούζο, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και διαπρεπή ιστορικό της αρχαίας ελληνικής τέχνης ο οποίος είχε διατυπώσει τις βασικές αρχές της μουσειολογίας: «Το Μουσείο οποιουδήποτε είδους  δεν επιτρέπεται να είναι μόνο σαν ένα είδος ανατομικού εργαστηρίου για ειδικούς, αλλά πρέπει να είναι ή να γίνει σπουδαίο τμήμα της ψυχικής και πνευματικής ζωής ενός λαού» και ακόμη «το Μουσείο χρεωστεί να εξάρει με κάθε τρόπο και να βγάλει το φως τον καλλιτεχνικό χαρακτήρα και την αξία των έργων».