Του Νίνου Φένεκ Μικελίδη

Στο Πάτερσον, τη βιομηχανική πόλη του Νιου Τζέρσεϊ, πόλη του ποιητή Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς και του Άλαν Γκίνσμπεργκ, τοποθετεί τη νέα του ταινία, «Πάτερσον», ο γνωστός Αμερικανός σκηνοθέτης Τζιμ Τζάρμους.

Επιστροφή του Τζάρμους στον ανεξάρτητο, ποιητικό κινηματογράφο που μας γνώρισε με τις πρώτες του, θαυμάσιες ταινίες («Stranger Than Paradise», «Down By Law», «Permanent Vacation»). Πρόκειται για μια τρυφερή, δοσμένη με ευαισθησία, λυρισμό και χιούμορ, ταινία, από τις καλύτερες που μας έδωσε ο σκηνοθέτης τις τελευταίες δεκαετίες.

 

Πρωταγωνιστής είναι ένας οδηγός λεωφορείου, ταυτόχρονα ποιητής (μια όμορφη, συγκρατημένη ερμηνεία από τον Άνταμ Ντράιβερ, βραβευμένη ήδη με διάφορα διεθνή βραβεία), που ζει στην πόλη Πάτερσον, τη δεύτερη, αξίζει να αναφέρω, μεγαλύτερη σε πληθυσμό μουσουλμάνων μεταναστών πόλη των ΗΠΑ.

 

Πρωτοείδαμε την όμορφη αυτή ταινία στο περσινό Φεστιβάλ των Κανών, όπου ο Τζάρμους, στη συνέντευξη που ακολούθησε την προβολή, μας μίλησε διεξοδικά για την ταινία, για τον κινηματογράφο που αγαπά αλλά και για την ποίηση και τη σχέση του με τους ηθοποιούς του και τη Νέλη, ένα πανέξυπνο σκυλί, που στην ταινία ερμηνεύει το σκύλο Μάρβιν.

 

– Πώς αποφασίσατε να γράψετε στο πρόγραμμα μια επεξήγηση για την ταινία σας, κάτι που συνήθως στο παρελθόν αποφεύγατε;


– Δεν το έγραψε εγώ. Αυτό που έγραψα ήταν μια σύντομη δήλωση του σκηνοθέτη. Για τα υπόλοιπα δεν είμαι υπεύθυνος. Δεν μου αρέσει να γράφω σύνοψη ή να εξηγώ τις ταινίες μου.

– Κάποια στιγμή, ο πρωταγωνιστής λέει να πάει στο σινεμά. Αυτό στην εποχή μας δεν πιστεύετε πως είναι πια ξεπερασμένο; 

«Δεν είμαι αναλυτής της κουλτούρας για να πω τι είναι ξεπερασμένο και τι όχι, αλλά μου αρέσει να μπαίνω σε μια σκοτεινή αίθουσα με ξένους και να μπαίνω σε έναν άλλο, άγνωστο κόσμο, που να τον μοιράζομαι στη μεγάλη οθόνη μαζί με άλλους. Ισως να είμαι δεινόσαυρος, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που το να πηγαίνεις στο σινεμά το θεωρούν σημαντικό. Υπάρχουν ευτυχώς πολλοί άνθρωποι που το αγαπούν αυτό και υπάρχουν και ταινιοθήκες όπου μπορείς να βλέπεις κλασικές ταινίες. Ανήκω πιστεύω στην παλιά σχολή εκείνων που επιθυμούν να βλέπουν τις ταινίες στη μεγάλη οθόνη, αν και, όταν χρειάζεται, τις βλέπω και οπουδήποτε αλλού».

 

thumbnail Paterson movie Adam Driver

– Στην ταινία τα πρόσωπα θέλουν να δουν μια ταινία τρόμου. Μπορείτε να μας εξηγήσετε την αγάπη σας για το είδος αυτό του κινηματογράφου; 

«Γενικά αγαπώ τον κινηματογράφο. Μου αρέσουν οι παλιές, κλασικές ταινίες, οι βουβές ταινίες, ταινίες από οπουδήποτε, από Ασία, Αφρική. Δεν σνομπάρω τα κινηματογραφικά είδη, τα αγαπώ όλα, ταινίες τρόμου, επιστημονικής φαντασίας, αστυνομικές, όλα αυτά τα βρίσκω πολύ ενδιαφέροντα. Το φιλμ «The Island of Lost Souls» («Το νησί των χαμένων ψυχών»), που αναφέρουμε στην ταινία μας, είναι μια κλασική ταινία του 1932 με πρωταγωνιστή τον Τσαρλ Λότον. Εχει κινηματογραφηθεί αρκετές φορές και τη θεώρησα καλή επιλογή γιατί έχει κάποια σχέση με τη γυναίκα πάνθηρα στην ταινία μας». 

– Μπορείτε να μας πείτε κάτι για τη μουσική επιλογή σας; 

«Χρησιμοποιώ τόσων διαφορετικών ειδών μουσική, από μουσική της Αιθιοπίας μέχρι τζαζ, χιπ χοπ, και κλασική μουσική, του Φρανς Σούμπερτ και άλλων. Εδώ ήθελα μια ηλεκτρονική μουσική. Πήραμε διάφορα κομμάτια και εγώ μαζί με τον Κάρτερ Λόγκαν φτιάξαμε την τελική σύνθεση. Χρησιμοποιήσαμε και άλλη ηλεκτρονική από άλλους συνθέτες, αλλά η τελική παρτιτούρα ήταν δική μας». 

– Πώς επιλέξατε και πώς διευθύνετε τους ηθοποιούς; 

«Είμαι φαν των ταινιών του Γουές Αντερσον. Οι τελευταίες του ταινίες γίνονται πιο παιδικές και όμορφες. Το «Moonrise Kingdom» μου άρεσε και χρησιμοποίησα ηθοποιούς από την ταινία του για διάφορους μικρούς ρόλους. Χάρηκα που τους χρησιμοποίησα στην ταινία μου.

 

Οσο για τον Άνταμ Ντράιβερ, πρέπει να εξηγήσω πως με τους ηθοποιούς μου επιλέγω εκείνους που έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά με τους χαρακτήρες της ταινίας. Ο Άνταμ, για παράδειγμα, δεν είναι αναλυτικός ηθοποιός, αλλά ηθοποιός που αντιδρά, είναι ενστικτώδης, κάτι που μου αρέσει και με το οποίο συνδέομαι. Είναι και πολύ ισορροπημένος, γεγονός που δεν το διατυμπανίζει. Ιδιότητες που έχει και ο Πατερσον.

 

Ήταν υπέροχο να δουλεύεις μαζί του. Ηταν εκεί κάθε μέρα, σχεδόν σε κάθε πλάνο. Επίσης και η Λόρα (που την ερμηνεύει η Γκολσιφτέ Φαραχάνι) είναι ζεστή, ακτινοβόλα και ωραία, ταλαντούχα, έξυπνη και όμορφη. Όλα αυτά τα έχει και ως άνθρωπος γι’ αυτό δεν ήταν πολύ δύσκολο να τα δώσει. Οι ηθοποιοί έκαναν όλη τη δουλειά. Είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ και με άλλα εκπληκτικά πρόσωπα, με τον διευθυντή φωτογραφίας, με τον σκηνογράφο, τον ηχολήπτη, τον υπεύθυνο για τα κοστούμια, με όλους τους συνεργάτες μου». 

– Πώς γράψατε το σενάριο για το σκύλο;

«Είχαμε ένα σκύλο πολύ έξυπνο ή έξυπνη, τη Νέλη (δεν είμαι σίγουρος για το φύλο του), γι’ αυτό και μπόρεσε να γράψει ένα πολύ καλό σενάριο… (γέλιο)…»

 

paterson

 

– Γιατί επιλέξατε να χρησιμοποιήσετε την ιταλική ποίηση και τον Δάντη στην ταινία; 

«Η ιταλική ποίηση και ο Δάντης έχουν παγκόσμια αξία και βρήκαν από μόνα τους το δρόμο τους στην ταινία. Δεν τα έβαλα εγώ». 

– Γιατί χρησιμοποιείτε την πόλη Πάτερσον; 

«Η πόλη του Πάτερσον, από την οποία έδωσα και το όνομα του ήρωα, εκεί που έζησε ο Αλεξάντερ Χάμιλτον, είναι μια μεγάλη βιομηχανική πόλη, το κέντρο κλωστοϋφαντουργίας στη Βόρεια Αμερική. Και πολλοί από τους εργάτες που εργάζονταν στη βιομηχανία αυτή προέρχονταν από την Ιταλία, την Ιρλανδία, στη διάρκεια μάλιστα του 19ου αιώνα, πολλοί από αυτούς τους εργάτες ήταν παιδιά από την Ιρλανδία, που εργάζονταν 13 ώρες την ημέρα, 6 μέρες τη βδομάδα.

 

Σ’ αυτό υπήρξε αντίδραση από πολλούς εργάτες και αναρχικούς, με πολλές ιστορικές απεργίες στην Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϊ. Πολλές από αυτές αγνοήθηκαν και άλλες διαλύθηκαν βίαια, αλλά ο Αλεξάντερ Χάμιλτον ήταν ένας διάσημος αναρχικός που είχε έρθει από την Ιταλία και που τελικά επέστρεψε σ’ αυτήν». 

– Ποια σχέση υπάρχει σ’ αυτή την ταινία με τις υπόλοιπες ταινίες σας; 

«Είμαι πολύ κακός στην ανάλυση των ταινιών μου. Στιλιστικά σίγουρα θα υπάρχουν αρκετές ομοιότητες αλλά δεν μπορώ να τις συγκρίνω. Εσείς μπορείτε να τις ξεχωρίσετε και να τις αναλύσετε. Αυτό που μπορώ να πω για τον Πάτερσον είναι πως είναι οδηγός λεωφορείου αλλά ταυτόχρονα είναι και ποιητής. Και μπορεί να κάνει τις επιλογές του. Το θέμα της ταινίας είναι ακριβώς το πώς επιλέγεις το δικό σου δρόμο. Πέρα από αυτό δεν μπορώ να αναλύσω τις ταινίες μου». 

– Χρησιμοποιείτε ως πρωταγωνίστρια μια ηθοποιό από το Ιράν. Πόσο γνωρίζετε την ποίηση του Ιράν; 

«Δεν τη γνωρίζω πολύ και σχεδιάζω να τη μελετήσω. Γνωρίζω όμως τον κινηματογράφο του Ιράν, που τον θαυμάζω, είναι από τους καλύτερους στον πλανήτη μας, ένας κινηματογράφος με τη δική του ποίηση, πρέπει να πω».

 

thumbnail 735251 01 02 5767

 

– Ποια στιγμή η ποίηση του Ρον Πάτζετ πήρε τη σημασία που του δώσατε στην ταινία; 

«Ο Ρον Πάτζετ είναι ένας ποιητής που αγαπώ πολύ από τη δεκαετία του ’70 όταν τον ανακάλυψα. Επιμελήθηκε την Ανθολογία των Ποιητών της Νέας Υόρκης, που για μένα είχε μετατραπεί σε ένα είδος θρησκευτικού βιβλίου γιατί οι ποιητές της Νέας Υόρκης είναι ανάμεσα στους πιο αγαπημένους μου Αμερικανούς ποιητές, τους ποιητές της «σχολής της Νέας Υόρκης». Με τον Ρον Πάτζετ είμαστε φίλοι εδώ και αρκετά χρόνια και λατρεύω τα ποιήματά του. Χρησιμοποιήσαμε ποιήματά του που να μοιάζουν σαν ποιήματα που μπορούσε να γράψει ο Πάτερσον. Ο ίδιος μάλιστα έγραψε και νέα ποιήματα για την ταινία. Για μένα είναι καταπληκτικός, είναι ένας ροκ σταρ!» 

– Πόσο επηρεαστήκατε από τον Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς; 

«Ο Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς ζούσε στο Πάτερσον. Ηταν γιατρός, παιδίατρος στην πραγματικότητα, γιατρός του Άλαν Γκίνσμπεργκ, όταν ο Γκίνσμπεργκ ήταν παιδί. Έγραψε όλη αυτή τη θαυμάσια ποίηση ενώ εργαζόταν ως γιατρός. Αντλούσε την ποίησή του από τα απλά, καθημερινά πράγματα της ζωής. Έκανε παράλληλα δυο δουλειές, όπως και ο Πάτερσον. Αυτό δεν είναι κάτι το περίεργο. Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι εργαζόταν σε ταχυδρομείο, ο Φραντς Κάφκα ήταν γραφειοκράτης…» 

– Πώς βλέπετε το νέο ανεξάρτητο σινεμά και πώς άλλαξε από την εποχή του Τζον Κασσαβέτη; 

«Αυτό θα μας έπαιρνε καμιά ώρα για να το εξηγήσουμε. Με τη νέα τεχνολογία τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ αλλά εγώ εξακολουθώ να ψάχνω, στις παρυφές, για νέους, ταλαντούχους σκηνοθέτες, που έχουν κάτι να πουν. Η χρηματοδότηση των καλλιτεχνικών ταινιών ήταν δύσκολη και πολύπλοκη αλλά τελικά με το Κ5 και την Amazon και τη γαλλική εταιρία που χρηματοδότησε τη δική μου ταινία, τα πράγματα έχουν γίνει πιο εύκολα. Πρέπει να αγωνιζόμαστε γι’ αυτό που θέλουμε και να μην απογοητευόμαστε με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε».